close search results icon

Parallax View

Η αναγέννηση του «ροζ κύματος» στη Λατινική Αμερική

Οι νέες προκλήσεις για την Αριστερά από την Αργεντινή και τη Βραζιλία μέχρι τη Νικαράγουα και τη Βενεζουέλα

Η αναγέννηση του «ροζ κύματος» στη Λατινική Αμερική
  • ΜΟΙΡΑΣΟΥ ΤΟ
  • fb
  • twi

Λέξεις: Γρηγόρης Μάρκου

Μετά από μια σκληρή και αμφίρροπη εκλογική αναμέτρηση στη Βραζιλία μεταξύ του Κεντροαριστερού Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα και του Ακροδεξιού Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο πρώτος, ως ηγέτης της συμμαχίας «Βραζιλία της Ελπίδας», συγκέντρωσε το 50,9% των ψήφων και επέστρεψε στην εξουσία. 

Ο Λούλα θα είναι για τρίτη φορά πρόεδρος της χώρας μετά από τις δύο θητείες του (2003-2010) και την φυλάκιση του, η οποία είχε ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων στο εσωτερικό της βραζιλιάνικης κοινωνίας και ώθησε στη δημιουργία ενός κινήματος που ζητούσε επιτακτικά την αποφυλάκιση του (Free Lula Movement). 

Βασικές του προτεραιότητες φαίνεται ότι είναι η καταπολέμηση της ακραίας φτώχειας και η προστασία του τροπικού δάσους του Αμαζονίου από την αποψίλωση.

Η νίκη του Λούλα χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μια νίκη για τη δημοκρατία, ως μια νέα ευκαιρία και ελπίδα για τον λαό της Βραζιλίας να ζήσει σε μια δημοκρατική κοινωνία με ειρήνη, πολιτική ενότητα και κοινωνική δικαιοσύνη, μακριά από τον αυταρχισμό των προηγούμενων ετών. 

Όμως, η αλήθεια είναι ότι ο Λούλα θα έρθει αντιμέτωπος με μεγάλες δυσκολίες και εμπόδια στην εφαρμογή των πολιτικών του, αφού στις βουλευτικές εκλογές η παράταξη του Μπολσονάρου βγήκε κερδισμένη και κατέχει τον έλεγχο του Κογκρέσου, ενώ η οικονομία της χώρας βρίσκεται σε άσχημη κατάσταση και εκατομμύρια πολίτες ζούνε σε συνθήκες ακραίας φτώχειας και πείνας.

Το «ροζ κύμα» ξανά στο προσκήνιο

tutz-dias-l5njy04i-78-unsplash.jpg

Στα τέλη του προηγούμενου αιώνα και στις αρχές του νέου μεγάλο μέρος των Αριστερών και (συνήθως) λαϊκιστικών πολιτικών δυνάμεων της Λατινικής Αμερικής κατάφεραν να αναδυθούν στην εξουσία και να διαμορφώσουν προοδευτικές κυβερνήσεις μέσα από ευρείες Αριστερές συμμαχίες τόσο κομμουνιστικών και σοσιαλιστικών, όσο και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και οργανώσεων. 

Από την Αργεντινή και τη Βραζιλία μέχρι τη Νικαράγουα και τη Βενεζουέλα οι δυνάμεις της Αριστεράς συσπείρωσαν τις λαϊκές τάξεις, «μιλώντας εξ ονόματος τους». Ηγέτες όπως ο Ούγκο Τσάβεζ, ο Έβο Μοράλες, ο Ράφαελ Κορέα, ο Νέστορ Κίρσνερ και η Κριστίνα Φερνάντεζ ντε Κίρσνερ διαμόρφωσαν μεγάλα κοινωνικά κινήματα και προχώρησαν σε αλλαγές στους θεσμούς και στο Σύνταγμα, έδωσαν έμφαση στο κοινωνικό κράτος, υπερασπίστηκαν την εθνική ανεξαρτησία και κυριαρχία και εναντιώθηκαν στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. 

Αυτή η στροφή της Λατινικής Αμερικής στην Αριστερά χαρακτηρίστηκε από κάποιους «ροζ κύμα» και από άλλους «σοσιαλισμός του 21ου αιώνα», ένας σοσιαλισμός βέβαια που δεν επιθυμούσε την πλήρη αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος και τη μετάβαση σε κάτι εντελώς νέο, αλλά κυρίως τη βελτίωση της λειτουργίας του μέσα από διορθωτικές παρεμβάσεις που θα ωφελούσαν τα λαϊκά στρώματα.

Οι λατινοαμερικάνοι ηγέτες της Αριστεράς δεν ακολούθησαν όλοι την ίδια πολιτική στρατηγική, παρόλο που μοιράζονταν κάποια κοινά χαρακτηριστικά στο στυλ και την ατζέντα τους. 

Για παράδειγμα, ο Τσάβεζ στη Βενεζουέλα βάδισε σε ριζοσπαστικά μονοπάτια και προώθησε σημαντικές συνταγματικές αλλαγές στη χώρα του, ενώ ο Κίρσνερ στην Αργεντινή δεν επιδίωξε κάποια βαθιά αλλαγή του πολιτικού συστήματος, στοχεύοντας στην εφαρμογή ενός «ανθρώπινου καπιταλισμού».

Εντούτοις, το όραμα για μια προοδευτική και δημοκρατική κοινωνία, μια κοινωνία ισότητας με σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις δημοκρατικές αξίες, ήταν ένα κοινό στοιχείο που τους ένωνε.

Κατά τη διάρκεια του «ροζ κύματος» οι λαοί της Λατινικής Αμερικής ωφελήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις κοινωνικές και οικονομικές πολιτικές των προοδευτικών κυβερνήσεων, ωστόσο δεν είδαν λύση σ’ όλα τους τα προβλήματα. 

Έτσι, ο αριστερός λαϊκισμός φάνηκε να χάνει κάποια από τη λάμψη του τη δεκαετία του 2010, με αποτέλεσμα ηγέτες και κόμματα από τον χώρο της δεξιάς με νεοφιλελεύθερο και συντηρητικό μανδύα να κερδίσουν κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2015 στην Αργεντινή, μετά από δώδεκα χρόνια κιρσνεριστικής διακυβέρνησης, την προεδρία της χώρας κέρδισε ο νεοφιλελεύθερος Μάκρι, ενώ το 2018 στη Βραζιλία ο Ακροδεξιός Ζαΐρ Μπολσονάρου έδωσε τέλος στην περίοδο της Κεντροαριστερής ηγεμονίας.

Αυτή η μικρή διακοπή της πορείας του «ροζ κύματος» από την αντεπίθεση της Δεξιάς πτέρυγας δεν φάνηκε να κρατάει για μεγάλο χρονικό διάστημα. Οι αποτυχημένες οικονομικές συνταγές των νεοφιλελεύθερων προέδρων, η τεράστια φτώχεια και η ανισότητα που προκλήθηκε από την κακή τους διαχείριση (ιδιαίτερα μετά το ξέσπασμα της πανδημίας), καθώς και ο αυταρχισμός που κυριάρχησε σε πολλές περιπτώσεις οδήγησαν στην κοινωνική δυσαρέσκεια, στον ξεσηκωμό των λαϊκών τάξεων και στην επιστροφή της Αριστεράς σε ρόλο πρωταγωνίστριας.

Στο Μεξικό στις εκλογές του 2018 επικράτησε ο Κεντροαριστερός υποψήφιος Άντρες Μανουέλ Λόπες Ομπραδόρ, ενώ την επόμενη χρονιά εξελέγη πρόεδρος στην Αργεντινή ο Αλμπέρτο Φερνάντεζ με αντιπρόεδρο την πρώην πρόεδρο της χώρας Κριστίνα Φερνάντεζ ντε Κίρσνερ. 

Το 2020 ο Λουίς Άρσε του «Κινήματος προς τον Σοσιαλισμό» (MAS), το οποίο ιδρύθηκε από τον Μοράλες, επικράτησε στην εκλογική αναμέτρηση της Βολιβίας, ενώ το επόμενο έτος (2021) ο Αριστερός Γκάμπριελ Μπόριτς κέρδισε τις εκλογές στη Χιλή με μια ευρεία συμμαχία προοδευτικών δυνάμεων από τον χώρο του ριζοσπαστισμού και της σοσιαλδημοκρατίας. 

Το 2021 αναδύθηκε στην προεδρία του Περού ο Πέδρο Καστίγιο και την ίδια χρονιά ανήλθε στην διακυβέρνηση της Ονδούρας η πρώτη γυναίκα πρόεδρος της χώρας Σιομάρα Κάστρο με στόχο να θεμελιώσει ένα κράτος σοσιαλιστικό και δημοκρατικό. 

Φέτος ακόμα και η συντηρητική Κολομβία εξέλεξε για πρόεδρο τον αριστερό Γκουστάβο Πέτρο. Την ίδια στιγμή ο Νικολάς Μαδούρο συνεχίζει να κυβερνά τη Βενεζουέλα ως διάδοχος του Ούγκο Τσάβεζ. Η νίκη του Λούλα έρχεται για να προστεθεί σ’ αυτή τη νέα Αριστερή στροφή και να επιβεβαιώσει το γεγονός ότι η Αριστερά κυριαρχεί στο πολιτικό προσκήνιο της Λατινικής Αμερικής στις αρχές του 21ο αιώνα.

Η επάνοδος των προοδευτικών δυνάμεων στην εξουσία είναι ουσιαστικά μια συνέχεια του προηγούμενου Αριστερού εγχειρήματος, προσαρμοσμένο στις σημερινές πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, έχοντας το βλέμμα του στραμμένο περισσότερο στα ζητήματα της οικονομίας και της φτώχειας, της δημόσιας υγείας, των ιθαγενών, της κοινωνικής δικαιοσύνης, του περιβάλλοντος και του φύλου.

Η Αριστερά μπροστά σε νέες προκλήσεις

Η δυναμική επιστροφή της Αριστεράς πραγματοποιείται σε μια κρίσιμη φάση για την πορεία και το μέλλον της Λατινικής Αμερικής. Η οικονομία πολλών χωρών βρίσκεται σε εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση, καθώς η πανδημία και οι πολιτικές που εφάρμοσαν οι νεοφιλελεύθεροι ηγέτες τα προηγούμενα χρόνια αύξησαν τις κοινωνικές ανισότητες και την ακραία φτώχεια. 

Για παράδειγμα, στην Αργεντινή ο Φερνάντεζ ο οποίος βρίσκεται εδώ και τρία χρόνια στο τιμόνι της χώρας φαίνεται να αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες στη διακυβέρνηση του, καθώς η κρίση που ξεκίνησε το 2018 και η οποία οδήγησε τον πρώην πρόεδρο Μάκρι να ζητήσει την αρωγή του ΔΝΤ συνεχίζεται και σήμερα με τον πληθωρισμό να αυξάνεται ολοένα και περισσότερο. 

Στη Βραζιλία, παρόλο που στο πρόσφατο παρελθόν οι Aριστερές κυβερνήσεις είχαν μειώσει το ποσοστό της ακραίας φτώχειας, σήμερα και πάλι εκατομμύρια πολίτες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της πείνας εξαιτίας κυρίως της κακής διαχείρισης της οικονομίας και της πανδημίας από τον επερχόμενο πρόεδρο Μπολσονάρου.

stighmiotipo-othonis-2022-11-04-221948.jpg

Η Αριστερά πρέπει να βρει τις λύσεις απέναντι στα προβλήματα που ταλανίζουν τις οικονομίες και τις κοινωνίες των κρατών της Λατινικής Αμερικής και να έρθει σε σύγκρουση με τις δυνάμεις εκείνες που εμποδίζουν τους λαούς της να έχουν μια καλύτερη ζωή. 

Δεν θα είναι μια εύκολη διαδρομή, αλλά αντίθετα πρόκειται να είναι μια διαδρομή με τεράστια εμπόδια. Ίσως η νίκη του Λούλα στη Βραζιλία να ήταν αυτό που είχε ανάγκη η Αριστερά για να μπορέσει να προχωρήσει στην επίτευξη του φιλολαϊκού της εγχειρήματος με πιο αποτελεσματικό τρόπο και να ξεπεράσει ενωμένη και δυνατή τις δυσκολίες που θα προκύψουν στο άμεσο μέλλον

Ο Γρηγόρης Μάρκου είναι μεταδιδακτορικός ερευνητής στη σχολή Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ